Καλωσορίσατε

Δυο λέξεις λοιδορούν την αιωνιότητα
δυο λέξεις διακόπτουν της αθανασίας την ψευδαίσθηση:
«Ποτέ» και «Πάντα»

 

Ολοένα αναζητώ εικόνες που θέλω να υπάρξουν, όνειρα που θέλω να δω, γεγονότα που θέλω να συμβούν. Κυριευμένος από έναν εγωισμό ακατάβλητο, δίνω πνοή στους ήρωές μου, τους εξυμνώ, τους ταπεινώνω, τους χλευάζω, τους κάνω να μου μοιάζουν, τους υποχρεώνω να πραγματοποιούν όσα εγώ δεν κατάφερα. Τους μεταβάλλω σε πιόνια μου, ορίζω τις ψυχές τους, θεραπεύω τις πληγές μου, ασελγώ μαζί τους, τους αγαπάω. Αυτοί είναι οι ήρωές μου, ψιθυρίζω λες και πρόκειται για χαρακτήρες παντελώς αποκομμένους από μένα. Όμως, άμα προσέξω καλύτερα, όλοι τους είναι κομμάτια που προέρχονται από το big bang του εαυτού μου. Κατακλύζομαι από την μαγεία άναρχων συναισθημάτων η οποία διαρκεί μέχρις ότου αποτυπωθούν στο χαρτί οι σκέψεις και η πλοκή. Όταν βάλω την τελευταία τελεία, οι σφυγμοί των ηρώων παύουν κι από κοντά οι ανάσες τους. Ακολουθεί σιωπή και ανακούφιση. Εγκαταλείπω την άβυσσο και ξαναγίνομαι γήινος. Τότε με δέος, αλλά και απογοήτευση, βιώνω μια μεγάλη αποκάλυψη. Όλα όσα έγραψα αναφέρονται στο παρελθόν και μόνο σ’ αυτό ανήκουν. Τίποτα απ’ όσα γέννησα δεν είναι δικό μου. Όλα είναι λόγια άλλων κι εγώ μοιάζω πιο πολύ με διεκπεραιωτή, με δανειζόμενο και υπερχρεωμένο, παρά με δημιουργό. Αυτή η αποκάλυψη που φέρει πάνω της έντονα τα σημάδια της ματαιότητας έχει τεράστια αξία, ιδιαίτερα όταν λειτουργεί σαν ένα ηχηρό χαστούκι στο εγώ μου. Μόνο τότε αποκτά σαφή και ουσιώδη σημασία η πεποίθηση πως πράγματι πήγα κάπου, ταλανίστηκα, πόνεσα, εξευτελίστηκα, βασάνισα τη σκέψη μου, σύρθηκα, έκλαψα, υπέστην έναν ιδιότυπο εξαγνισμό και επέστρεψα ψυχικά ελαφρύτερος και πιο σιωπηρός από πριν.

Με πνεύμα καλών προθέσεων και με την πεποίθηση ότι η ζωή έχει
κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις, σας καλωσορίζω.

 

Τα έργα μου