Το ερέθισμα…

Ο Σωτήρης Σαμπάνης στο Εργαστήρι του συγγραφέα

 

 

 

Ολοένα αναζητώ εικόνες που θέλω να υπάρξουν, όνειρα που θέλω να δω, γεγονότα που θέλω να συμβούν…

Αυτή τη φορά αυτός ο κόσμος της φαντασίας, η ομορφιά των ωραίων εικόνων, οι λογοτεχνικές «αυθαιρεσίες» οι καλοκεντημένες αφηγήσεις, ο αυταρχισμός δεν «ξύπνησαν» μέσα μου. Το ταξίδι ήταν διαφορετικό. Το χαστούκι της αλήθειας ηχηρότατο. Η πραγματικότητα ανέτρεπε κάθε φαντασία και απαιτούσε απόλυτο σεβασμό. Καμιά θεραπεία πληγών, καμιά ασέλγεια. Κανένα μακιγιάζ, καμιά ωραιοποίηση δεν άντεχε δίπλα σ’ αυτή την αλήθεια. Κάθε φράση που έγραφα έμοιαζε κατώτερη των περιστάσεων. Οι ήρωες, άλλοτε χαμογελαστοί και άλλοτε οργισμένοι, φλύαροι ή σιωπηλοί με περίμεναν να με πάρουν από το χέρι και να με περπατήσουν στα δικά τους μυστικά μονοπάτια. Εκεί όπου η αλήθεια σαν χόβολη ζέσταινε τις αισθήσεις και περιφερόταν σαν θλιβερή ανάμνηση… τελευταίες μέρες κάποιου Μάρτη, κάποιας χρονιάς.

Η υπερυψωμένη βεράντα του σπιτιού που κατηύθυνε το βλέμμα στη θάλασσα και την απεραντοσύνη του ορίζοντα, έδινε την αίσθηση ενός μεγάλου καταστρώματος. Τρεις επιβάτες… Η Σεμέλη (κατά κόσμο Μαρία), ο Μιχάλης (κατά κόσμο Νώντας) κι εγώ.

skantalopetraΒγήκα στο «κατάστρωμα» τη στιγμή που η Σεμέλη σφάδαζε από πόνο στο σημείο της μαστεκτομής. Σπασμοί, δύσπνοια, εφίδρωση, βογκητά. «Χάνω τον κόσμο», μουρμούρισε, ακινητοποιημένη στην καρέκλα της. Κατάπιε ένα χάπι, στεγνά, έριξε το κεφάλι πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Ο Μιχάλης την πλησίασε. Εκείνη γράπωσε το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στην μαστεκτομή της. «Κάνε μου λίγο έτσι… κυκλικά… ξέρεις εσύ», είπε ξέπνοη και αφέθηκε στη φροντίδα του με συγκρατημένη ευχαρίστηση. Μάλαξη τη μάλαξη η «καταιγίδα του πόνου», υποχώρησε και στο πρόσωπό της απλώθηκε η ανακούφιση.

Όταν άνοιξε τα μάτια της έκανε μια γκριμάτσα αμηχανίας. «Ουφ! Αυτή η “επίσκεψη” κρατάει κάμποσο. Πήγα κι ήρθα… τώρα μπορούμε να μιλήσουμε…», είπε βαριανασαίνοντας και τράβηξε μπροστά της ένα χάρτινο κουτί. «Λοιπόν μιας και λες ότι είσαι συγγραφέας θα σου διηγηθώ μια αληθινή ιστορία. Εδώ μέσα είναι όλα τα ίχνη του “εγκλήματος”. Φωτογραφίες… τα γράμματά της… το τελευταίο που άφησε πριν “πέσει”. Όλα εδώ».

«Πέσει;»

«Πριν αυτοκτονήσει…»

« Να… από κείνο το βράχο», έδειξε ο Μιχάλης.

«Στα δεκαεννιά της… η ηλίθια», συμπλήρωσε η Σεμέλη.

«Ερωτική απογοήτευση;»

«Βιασμός…» είπε ο Μιχάλης, κοφτά.

Η Σεμέλη, έσκυψε πάνω από το κουτί. Αναμόχλευσε το περιεχόμενο. Ανέσυρε μια φωτογραφία και την κοίταξε. Ύστερα απευθύνθηκε σ’ εμένα.

«Λείπει ένα κομμάτι… ήταν το κεφάλι ενός αγοριού. Μάντεψε ποιος το έσκισε».

«Αστειεύεσαι!»

«Ο βιαστής της» απάντησε η ίδια στο ρητορικό της ερώτημα με νόημα και συνέχισε. «Επειδή το αγόρι είχε το χέρι του στον ώμο της. Το φαντάζεσαι;».

Κατόπιν έστρεψε προς την Μιχάλη. «Ε, λοιπόν! Έτσι και βρεις ποιο ήταν το αγόρι θα σε παραδεχτώ».

Ο Μιχάλης φόρεσε τα γυαλιά του. «Λοιπόν εδώ είναι ο Μίμης σίγουρα… δίπλα του η πως την λέγαμε… να δεις».

«Η Πετρούλα βρε… ξεχνάω το επώνυμο…»

«Α ναι… παραδίπλα η Φανή… αυτός… όχι… δεν τον θυμάμαι… εγώ και η Κική. Εσύ που είσαι;»

«Εγώ σας τράβηξα».

Ο Μιχάλης έγειρε το σώμα του προς το μέρος μου. «Λοιπόν, η δεύτερη από αριστερά, η Φανή, με το κοντό μαλλί» είπε ο Μιχάλης και μου έδωσε την φωτογραφία.

 

Ολονυχτίς κοιτάζω τη φωτογραφία. Αλήθεια, τι απόγινε τόση ομορφιά; Κι ο νεαρός δίπλα της; Ποιος βιαστής αφαίρεσε το κεφάλι του; Είναι γελοίο να χαμογελάς μ’ ένα ακέφαλο σώμα πλάι σου. Να χαμογελάς ενώ το μπράτσο του είναι τυλιγμένο στο λαιμό σου. Μπράτσο δίχως ρίζα. Ώμος χωρίς συνέχεια. Κεφάλι «πεταμένο» στο χρόνο, εξαφανισμένο. Σώμα ακέφαλο. Και ξανά ώμος χωρίς συνέχεια. Μπράτσο δίχως ρίζα. Θα γελούσε μάλλον, σίγουρα γελούσε με τόση ομορφιά πλάι του. Άλλοι χρόνοι, ζωές άλλες. Κλεισμένες στο σκοτάδι της μνήμης.

Αίφνης όλα τριγύρω κινούνται. Οι αισθήσεις μου έχουν οξυνθεί αφύσικα. Βλέπω τρεις ανθρώπους να καταδύονται στα βύθια της ψυχής τους. Με μια ανάσα. Καθένας τους κρατάει αγκαλιά μια σκανταλόπετρα. Τι πρόκειται να ψάξουν σε τέτοιο βάθος και τι θα βρουν; Θα φτάσει η ανάσα τους;

Όλα είναι εξωφρενικά συγκεκριμένα. Ο τόπος, ο χρόνος, το γρι γρι που γλιστράει στα ακίνητα νερά της θάλασσας για να ρίξει δίχτυα και μια νύχτα ασέληνη. Μια συνεκτική πραγματικότητα που δεν αφήνει περιθώριο να τη σπάσεις. Μια πραγματικότητα που αποκεφαλίζει κάθε φαντασία. Κάποια φώτα αγρυπνούν μέσα σε μιαν αχλή ραθυμίας… κι ένας οίστρος μαγικός, παρόμοιος μ’ εκείνον που έχουν οι έρωτες στην αίσθησή τους, σφηνώνεται ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Μοιάζουν όλα μακρινά…

«Σφραγισμένες ζωές που πρέπει να σώσω από τη λαιμαργία της λήθης», σκέφτηκα κι έβαλα στο χαρτί την πρώτη λέξη.

 

Σύνδεσμος προς το αρχικό άρθρο: http://bit.ly/1QTceq0 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *